Για μια σπανακόπιτα και ένα μίλκο

Θυμάμαι τις ιστορίες απ’ το στρατό που έλεγε ο πατέρας μου λες και τις έχω ζήσει εγώ. Από τη μία γιατί μικρός τις είχα ακούσει αμέτρητες φορές κι από την άλλη γιατί τις ζήλευα. Ήθελα να έχω κι εγώ ιστορίες από το στρατό, να τις λέω και να γκρινιάζουν οι γυναίκες της παρέας «ωχ πάλι με τα στρατιωτικά σας, δεν βαρεθήκατε;», αλλά κατά βάθος να το διασκεδάζουν κι αυτές.

Μ’ αρέσει να λέω ιστορίες απ’ το στρατό. Τις πιο πολλές τις έχω πει αμέτρητες φορές. Προσπαθώ να θυμάμαι τις πιο αστείες, τις πιο παράλογες. Μερικές δεν τις έχω πει ποτέ. Δεν είναι τίποτε φοβερές ιστορίες, αλλά για μένα είναι εμπειρίες από ένα παράλληλο, μακρινό σύμπαν.

Ξημερώματα Σαββάτου προς Κυριακή, στη σκοπιά. Καλοκαίρι, νούμερο 2:00-6:00. Όπλο, κράνος, εξάρτυση, τελαμώνας με δύο αβολίδωτα και 16 κανονικές σφαίρες. Ραδιοφωνάκι αγορασμένο από μικροπωλητή στην Ομόνοια, συντονισμένο σε σταθμό που παίζει τραγούδια του Περίδη.

Μπροστά στη σκοπιά, ο δρόμος. Στο βάθος τα φώτα της πόλης και αχνή μουσική από έναν άλλο κόσμο, κάποιο μπιτς μπαρ. Αραιά και που η μουσική δυναμώνει, ανάλογα με τον αέρα. Δεν ζηλεύω αυτούς που διασκεδάζουν. Αυτοί ζουν σε άλλο πλανήτη, είναι άλλα όντα, δεν έχουν καμία σχέση με εμάς, άρα τι να ζηλέψω; Μετράω 500 και σήμερα.

Από το δρόμο ακούγεται αυτοκίνητο. Κάμπριο, με δυνατά τη μουσική. Πάει αργά, βλέπω μέσα δύο κορίτσια, περίπου στην ηλικία μου. Με βλέπουν και σταματάνε. Η πρώτη σκέψη στο νυσταγμένο μου μυαλό είναι το «αλτ, τις ει». Ευτυχώς το κρατάω μέσα μου. Με χαιρετάνε, απαντάω κάπως διστακτικά.

Βγαίνουν και οι δύο και έρχονται προς το συρματόπλεγμα. Κοιτάω πίσω μου μην έρχεται περίπολο.

Πιάνουν την κουβέντα. Πως σε λένε, από που είσαι, τα γνωστά. Ο σκοπός δεν αποκαλύπτει τα στοιχεία του, μας είχαν πει στην εκπαίδευση. Δε γαμιέται κι η εκπαίδευση.

Με ρωτάνε πόσο καιρό θα είμαι στο στρατό. 500 και σήμερα. Γελάνε.

-Πάμε για πρωινό, έχεις φάει;

-Όχι.

-Τι να σου φέρουμε;

-Ε…

-Έλα ρε, πες.

-Μια σπανακόπιτα. Κι ένα μίλκο.

-Έγινε.

Φεύγουν και επιστρέφουν μετά από λίγο με σπανακόπιτα και μίλκο. Μου δίνουν μέσα από το συρματόπλεγμα. Τρώω μέσα σε δευτερόλεπτα, κοιτώντας πίσω μου το στρατόπεδο. Τρώνε κι αυτές και γελάνε.

-Καπνίζεις;

-Ναι. Αλλά όχι τώρα…

-Εμείς να κάνουμε ένα τσιγάρο; Μετά θα φύγουμε.

-Ναι.

Κάνουν από ένα στριφτό τσιγάρο. Δεν μιλάνε, ούτε εγώ μιλάω. Παρακαλάω να μείνουν κι άλλο, έχω κάμποση ώρα ακόμα στη σκοπιά, αλλά ντρέπομαι να το πω.

Τελειώνουν τα τσιγάρα τους, μπαίνουν στο αυτοκίνητο. Θέλω να ζητήσω τηλέφωνα και να τους πω ότι αυτό που έκαναν μπορεί να μην τους φαίνεται σπουδαίο, αλλά για μένα είναι, ότι κι αύριο έχω σκοπιά, ότι κάποια στιγμή θα βγω με έξοδο, αν θέλουν να τις κεράσω έναν καφέ. Δεν τολμάω, θα γελάσουν. Με χαιρετάνε.

-Καληνύχτα φανταράκι. Κουράγιο και μη μασάς, θα περάσει.

ΥΓ: Την ιστορία θυμήθηκα διαβάζοντας το μπλογκ του βιβλιοθηκάριου και τις ιστορίες των:

Δύτης των Νιπτήρων
Τσαλαπετεινός
Το ιστολόγιο του ερυθρού καγκουρώ
Κυνοκέφαλοι
SilentCrossing
Η ωραία Σέλιτσα
Oldboy
Advertisements

3 Σχόλια to “Για μια σπανακόπιτα και ένα μίλκο”

  1. […] Μεταπαράλογος: Για μια σπανακόπιτα και ένα μίλκο EmailLike this:Like9 bloggers like this.   Σχόλια (16) […]

  2. Στη δική μου θητεία στο νησί τα ραδιοφωνάκια έπαιζαν συνέχεια το «τσιγάρο» του Κότσιρα. Να ‘ναι καλά τα κορίτσια της ιστορίας σου 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: